αἰθαλίων

αἰθαλ-ίων, ωνος, prob.
A = αἰθαλόεις 11.2,

τέττιγες Theoc.7.138

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιθαλίων — αἰθαλίων ( ωνος), ο (Α) αυτός που εχει σκούρο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰθάλη η λ. αποδίδεται στους τζίτζικες και δηλώνει αυτόν που έχει ξεραθεί, καεί απο τον ήλιο το επίθετο αναφέρεται περισσότερο στο χρώμα τους. Η κατάλ. τής λ. καλύπτει μετρικές… …   Dictionary of Greek

  • αἰθαλίων — masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθαλίωνες — αἰθαλίων masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθάλη — Πολύ λεπτή μαύρη σκόνη από σχεδόν καθαρό άνθρακα, που ανήκει στην κατηγορία των τεχνητών ανθράκων. Α. δημιουργείται όταν γίνεται ατελής καύση πολλών οργανικών σωμάτων, όπως βενζόλιο, ρητίνη, λίπη, έλαια, πίσσα κλπ. Βιομηχανικά παρασκευάζεται με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.